΄Αρθρα Ντουέντε

Γενάρης

ΣΗΜΕΙΟ ΤΗΞΗΣ

Είναι παλιό το τρικ. Πάνω στη βεβαιότητα τοποθετείς μια υπόσχεση κι
έτσι ξεμπερδεύεις με την ανάγκη των περιττών εξηγήσεων, τα πώς και τα
γιατί. Μόνο που ήρθε πάλι ο Γενάρης. Φορτωμένος φλύαρες υποσχέσεις που
τις περισσότερες φορές δε θα τηρηθούν, αγάπες παλιές σαν ξινισμένα
κρασιά κι ανθρώπους που θα παρακολουθήσουν την ανατολή του 2012,
σπάζοντας τα φράγματα των συναισθημάτων.
Αστράφτουν τα φλας, οι κάμερες κάνουν ζουμ. Όλοι κρατούν τις ανάσες
τους, περιμένοντας ένα αύριο χωρίς τύψεις, ελαφρώς παραζαλισμένοι. Οι
γιορτινές μέρες έχουν κάτι τελεσίδικο. Μόλις εγκλιματιστείς και μπεις
στη λογική τους αυτομάτως εξαφανίζονται. Δίνουν τη σκυτάλη τους στην
αμήχανη πραγματικότητα. Ξαφνικά τα φύλλα του ημερολογίου δεν
κουνιούνται. Στο εξώφυλλο δακρύζουν τα πρόσωπα που λείπουν από την
κεντρική σελίδα. Γυρίζεις το κεφάλι. «Μα πού πήγαν όλοι;», λες.
Ένας θρόμβος περιέργειας χτυπάει στη φλέβα του μυαλού. Έξω η πόλη
ανάμεσα στα αναμμένα φώτα και τα φτηνά στολίδια ψάχνει να βρει τον
εαυτό της. Πιτσιρίκια αναζητούν μέσα σε χρωματιστές κορδέλες και
γυαλιστερά κουτιά δώρων, συγκινήσεις, στιγμές ακουμπισμένες σε γέλια.
Μια σταγόνα κυλάει στα ματόκλαδά τους σαν δάκρυ που το φέρνει ο αέρας.
Πόσο μπορεί να σταθεί μια σταγόνα στον αέρα; Πόσο διαρκεί μια
συγκίνηση; Κι οι ενήλικες ψάχνουν επιλεκτικά τις λέξεις που θα
διασταυρωθούν οι ματιές τους, τη μαγική ευχή που ίσως πραγματοποιηθεί,
-γιατί όχι;- το χαμόγελο που τους λείπει σαν το χαμένο παιγνιόχαρτο
από την ιστορία του Σκαρίμπα.
Στο τέλος συνηθίζουν πάλι. Μαγεύονται από την έλλειψη όλων αυτών
που επιθυμούν διακαώς, ώστε ξαναπεριμένουν ακίνητοι άλλον ένα Γενάρη
που θα έρθει σε έντεκα μήνες, μια αφορμή για καταιγιστικές συγκινήσεις
και αφοπλιστικές υποσχέσεις. Κάποια στιγμή έστω και καθυστερημένα,
καταλαβαίνουν μέσα στην ακατάπαυστη διαστολή του χρόνου και την
ακούραστη προσμονή του καινούριου, ότι η μόνη πραγματική εξήγηση είναι
η αγάπη όταν σκάει από το πουθενά, αυθόρμητα, σαν κυριακάτικο
χαμόγελο, χωρίς φανερή αιτία, δίχως πώς και γιατί.




Αφανέρωτα όνειρα

ΣΗΜΕΙΟ ΤΗΞΗΣ

Όταν ήμουν μικρή κι έβλεπα κάποιο παράξενο όνειρο, μου έλεγαν να μην το αποκαλύψω.
«Τα όνειρα δεν πρέπει να φανερώνονται», ισχυριζόταν η μαμά μου.
Ένα όνειρο μοιάζει μ'  ένα αδιάβαστο σημείωμα σ’ ένα γυάλινο μπουκάλι, που ίσως κάποτε θυμηθείς να το ανοίξεις.
Τώρα, μες το καταχείμωνο, φιλημένη από τον βοριά και την παγωμένη βροχή, νιώθω πόσο δύσκολο είναι να μην υπακούω σ’ αυτά που φωνάζουν περισσότερο, αλλά στη φωνή μέσα μου. Όνειρα που δεν τα βλέπεις μόνο στον ύπνο σου. Η αντιπολίτευση της ψυχής. Μια πρόβα αθανασίας.
«Ίσως έχουμε ανάγκη από μια πυξίδα σ’ έναν τόσο πολύπλοκο κόσμο, μαμά...» θέλω να πω, αλλά καταπίνω τις λέξεις.
Αυτό το κόλπο οδηγεί κατευθείαν στον δρόμο της καρδιάς, κόντρα στα άλυτα προβλήματα του κόσμου. Παρά τα εμπόδια, τα ψέματα, τις τρικλοποδιές, είναι καλό ν’ αφήνεις τον εαυτό σου να παρασυρθεί από τις ιδέες που ανατρέπουν αυτά που φοβάσαι περισσότερο. Γιατί τότε ξυπνάς από την υποκριτική ανονείρευτη ζωή σου, χωρίς να το καταλάβεις. Ανεπαίσθητα. Η αναζήτηση της αθωότητας δεν είναι άλλο, παρά η επιθυμία μιας κανονικής ζωής που έχει διατηρήσει αναλλοίωτα τα ερείσματα στο χώρο του ονείρου.
Ξαφνικά ανοίγεις τα μάτια, κοιτάζεις γύρω σου κι η στιγμή μοιάζει μ'  ένα ήσυχο δωμάτιο που στενάζει, πίσω από το βάρος μιας κουρτίνας από ομίχλη, μ’ ανθρώπους που μιλάνε σ’ άλλη γλώσσα, αλλά εσύ δεν τους ακούς. Ακούς μόνο τη φωνή μέσα σου, η οποία αργά ή γρήγορα βρίσκει το δρόμο της, όσο δύσκολα κι αν φαίνονται όλα, ιδίως τέτοιες κρύες νύχτες, ψάχνοντας πίσω από σκόρπια νοήματα, τα πιο μύχια όνειρα.




Χαράζοντας στίχους

ΣΗΜΕΙΟ ΤΗΞΗΣ

Οι λέξεις έχουν απεργία σήμερα. Τα συναισθήματα κατεβαίνουν στους δρόμους. Μαζί τους στριμώχνονται οι αφίσες και τα πλακάτ μιας γενιάς που ψάχνει το πρόσωπό της.
Τα στιχάκια των ποιητών γλιστρούν από τους τοίχους στους υπονόμους μελαγχολικά. Καθώς αναρωτιέσαι τι γυρεύεις σ’ αυτή την άγρια πόλη που την αγαπάς ενώ σε καταπίνει, που οι δρόμοι της δείχνουν μεσάνυχτα ενώ είναι ακόμα νωρίς, ένας στίχος του Spire ξεφεύγει κάτω από το ξελιγωμένο φεγγάρι: «Αλλά αγαπούσα πολύ τα βιβλία, τις καρδιές και τα μάτια θλιμμένα. Καταλαβαίνεις μικρή μου, καταλαβαίνεις;». Η απάντηση δεν βρίσκεται ποτέ εκεί που νομίζεις ότι είναι κρυμμένη. Υπάρχει ένας γρίφος, ένα άλυτο αίνιγμα της ύπαρξης που σε καταδιώκει μετά τα μεσάνυχτα. Αρκεί οι απουσίες να είναι λιγότερες από τις παρουσίες. Αρκεί αυτοί που έρχονται στη ζωή μας να μένουν. Αν ο ομφάλιος λώρος είναι τελικά ένας μύθος, μπορείς να τον ξαναβρίσκεις στα σώματα των αγαπημένων.
Ακόμα κι οι λέξεις αλιεύονται μέσα στο πηχτό σκοτάδι, όταν η νύχτα δεν κρύβει τόση εξόντωση, τόσες φωνές, τόσο ξέφρενο παραλογισμό. Είναι η ώρα που οι συλλαβές αρχίζουν να βρίσκουν πάλι το νόημά τους, τα ποιήματα να γράφονται ως διά μαγείας, σχεδόν από μόνα τους. Όλα είναι εύκολα, αρκεί να σπάσεις το σκληρό περίβλημά τους. Αρκεί να συντρίψεις το φόβο που τα περιβάλλει. Αρκεί να τα αγγίξεις απαλά, προσφέροντάς τους ένα χάδι, την πολυτέλεια της επαφής. Αρκεί να διαλύσεις το τείχος που στοιβάζονται οι λύπες, χαράζοντας πάνω του έναν αβέβαιο στίχο.
«Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο μικρή μου», όπως θα έλεγε κι ο Andre Spire...



Ταξίδι

ΣΗΜΕΙΟ ΤΗΞΗΣ

Το λεωφορείο που ταξιδεύεις σήμερα τρίζει, λες και κουβαλάει στις πλάτες του όλα τα βάρη και τις έγνοιες των επιβατών. Όμως, ο ήχος του σε νανουρίζει. Όταν είσαι ευχαριστημένος, ακόμη και το θόρυβο, τον αισθάνεσαι σαν χαλαρωτική μουσική. Δεν σε τρομάζει τίποτα, ούτε καν η σκέψη ότι «όλα τα ταξίδια κρύβουν λύκους μέσα τους, όλα εκτός από ένα: το πιο όμορφο».
Τα δυνατά γέλια των διπλανών σβήνουν ακαριαία. Οι λέξεις τους γίνονται παγάκια και κατρακυλούν στα πόδια σου. Καθώς ο οδηγός αναπτύσσει ταχύτητα, έχεις την εντύπωση ότι το λεωφορείο είναι ακίνητο, ενώ τα σπίτια, τα δέντρα, τα χωράφια δίπλα σου κινούνται. Εσύ κάθεσαι στην ίδια θέση πάντα: οι άκρες του δρόμου είναι που ταξιδεύουν. Με την παράξενη αίσθηση, ότι βγαίνοντας πίσω από τον ώμο της σιγουριάς, προσανατολίζεσαι προς έναν άγνωστο κόσμο.
Εκεί έξω ένα κομμάτι ατόφιου χάους χορεύει μοναχό του, μάταια λοιπόν προσπαθείς να το κατανοήσεις. Είναι η στιγμή που ίσως κάποτε ξεχάσεις ή θυμηθείς ανάμεσα στα ταξίδια της υπόλοιπης ζωής σου. Ως το τέλος της διαδρομής, οι ώρες έχουν ένα απροσδιόριστο χρώμα, κάτι φωτεινό, σαν σπίρτο που καίγεται σε πορτοκαλοκίτρινο πυρήνα. Στην ίδια θέση τόσες ώρες κατανοείς, ότι συνεχώς οι άνθρωποι εκεί έξω τρέχουν, όπως οι ρόδες του λεωφορείου, τρέχουν για να προλάβουν το ασήμαντο, τρέχουν γιατί θέλουν όλο και περισσότερα.
Είναι ίδιον της φύσης τους, λες. Καθώς η λεωφόρος έρχεται καταπάνω σου, νομίζεις προς στιγμήν ότι συναντάς κάποιο περαστικό κύμα του υπόλοιπου μέρους της ζωή σου. Όλα αυτά τα ξεχνάς αμέσως μόλις πατήσεις το πόδι σου έξω. Όλα. Ανασαίνεις ανακουφισμένος τον αέρα, ρίχνεις μια ματιά στον ρηχό ορίζοντα και απλώς παρατηρείς τη νωθρή ηλιοφάνεια, σαν ύφασμα κιτρινισμένο στις άκρες να ζεσταίνει την ατελείωτη πόλη.


Πού πάνε οι λέξεις όταν κρύβονται;

Ιδού ο ασκός, απ’ όπου βγαίνουν οι λέξεις: τον ανοίγεις επιλεκτικά, μια κίνηση και ξεπετάγονται, φτου ξελευτερία και σαν δραπέτες ορμούν έξω. Λέξεις που ελευθερώνονται, εκεί που δεν το περιμένεις.  Όταν τις βλέπεις, έρχονται καταπάνω σου και ξεχνάς όλα τα υπόλοιπα: τις φωνές, τις συνήθειες των διπλανών, το υβρεολόγιο της φασαρίας.
Γιατί κάθε λέξη είναι ένα σώμα, στο οποίο πρέπει να αφεθείς με λατρεία.
Λέξεις: σώματα αγαπημένα. Όταν τις αγκαλιάσεις, τις χαϊδέψεις, τις βάλεις στη σειρά, τακτοποιούνται οι έννοιες, τα νοήματα, η γραμματική των αισθημάτων.
Στην επιδερμίδα τους αγγίζεις τις πιο τρυφερές αυταπάτες. Κι οι πληγές χάνονται. Επειδή οι λέξεις επουλώνουν τον κόσμο, γκρεμίζοντας και ξαναφτιάχνοντάς τον.
Χρειάζεται μια στιγμή δημιουργικής ελευθερίας. Μια ματιά αθωότητας.
«Πού πάνε οι λέξεις όταν κρύβονται;», σκέφτεσαι στα διαστήματα που μεσολαβούν σιωπές, φορτίζοντας περισσότερο τις ιστορίες που θα γεννηθούν. Πού πάνε;
Μέσα σου βρίσκονται, μην κάνεις πως δεν το ξέρεις. Κοιμούνται, ονειρεύονται, ξυπνούν. Παίρνουν το χρόνο τους.
Αναπάντεχα αποφασίζουν να πετάξουν σαν χάρτινα πουλιά, δραπέτες κρυφοί που ψάχνουν καταφύγιο σε μια άγραφη σελίδα.


Σας αρέσει ο Πεσσόα;

Όταν σηκώθηκε, η νύχτα κόντευε στο τέλος της. Για κάποιο λόγο δεν κοίταξε το ρολόι. Πάει καιρός, άλλωστε, που είχε σταματήσει να δουλεύει. Μερικές φορές ο χρόνος τού φαινόταν απλά μια υπεροπτική πολυτέλεια.
Έπρεπε να φύγω για να ξεκουραστεί, ένιωθα πως αυτό μου έλεγε το βλέμμα του: να φύγω. Εκείνος όμως δεν κουνήθηκε. Όλα βρίσκονταν στο μυαλό μου.
Το δωμάτιο ήταν μακρόστενο και βαμμένο μ' ένα γκρι μουντό χρώμα. Έξω τα φώτα έκαναν την παραλία να μοιάζει με γιρλάντα. Από μακριά ακούστηκαν γέλια, λέξεις ακατανόητες, θροΐσματα.
«Σας αρέσει ο Πεσσόα;», με ρώτησε ξαφνικά.
«Ναι», είπα.
«Θα ξέρετε ότι πέθανε άγνωστος το ΄35, αφήνοντας ένα σημείωμα, όπου έγραφε: “Δεν ξέρω τι θα φέρει το αύριο”. Πώς σας φαίνεται;»
«Ταιριάζει σ’ έναν άνθρωπο που επιλέγει το πεπρωμένο του», είπα.
Εκείνος κούνησε το κεφάλι. «Οι λέξεις κι οι στίχοι του έχουν κάτι λυπημένο και ονειρικό ταυτόχρονα».
Σηκώθηκα για να φύγω. Αυτή τη φορά δεν μίλησε. Λίγο πριν κλείσω την πόρτα, μου έδωσε ένα μικρό βιβλίο μ’ ένα σημειωμένο στίχο.
Προχώρησα μέσα στη νύχτα, ανάμεσα στο κοιμισμένα σπίτια. Σ΄ ένα κομμάτι του δρόμου στάθηκα κάτω από έναν φανοστάτη, με τα μάτια κολλημένα στις υπογραμμισμένες λέξεις. «Τυφλή η γνώση οργώνει το άχρηστο χώμα, τρελή η πίστη ζει της λατρείας το όνειρο, ένας νέος Θεός είναι μόνο μια έκφραση, κι αυτό είναι όλο, μην ερευνάς, μην εμπιστεύεσαι: όλα είναι ένα άλυτο αίνιγμα».
Το διάβασα ξανά και ξανά κι ύστερα έμεινα να κοιτάζω τον ουρανό. Δεν υπήρχε ούτε ένα αστέρι, το σκοτάδι τα είχε καταπιεί όλα και το φεγγάρι είχε κρυφτεί πίσω από ένα περαστικό σύννεφο. Ο κόσμος γύρω μου συνέχιζε να κινείται στο άλυτο μυστήριό του και για μια στιγμή ένιωσα, ότι όλα ήταν ένας βυθός αναπάντητων ερωτηματικών, ένα απροσδιόριστο παρόν χωρίς εύκολες λύσεις· δίχως μαγικές συνταγές.



1 σχόλιο: