κείμενα για έναν παραλήπτη

Τα ίδια λόγια [Λίνα Φυτιλή]

On November 30, 2013 by Ntinos Lyrikos
NICHOLAS POL
NICHOLAS POL
Ο κόσμος έξω είναι μια έρημος. Ξηραίνει το βλέμμα. Διπλώνω μια γωνιά της προκυμαίας τρέχοντας βιαστικά στην εκατόμβη της. Εκεί είσαι; Ακόμα κι οι παφλασμοί του νερού μου λένε ψέματα. Η πόλη δε χωράει άλλη νύχτα. Αδιαλείπτως επιστρέφω στην άκρη του ίδιου Παγασητικού. Σαν τους πεζούς που ξεχνούν ότι ο δρόμος κάποτε τελειώνει. Ακολουθείς αμίλητος. Πολύ σωστά. Η ύπαρξη δεν αρθρώνεται. Να μη μιλάς, να μη μιλάω και λέμε πάλι τα ίδια.


Λίνα Φυτιλή, Τώρα είναι αργά

11 Dec
Bill, Binia Μια ιστορία ανάμεσα στις άλλες. Το μάτι στην κλειδαρότρυπα. Η φωνή σου ακούγεται απαλή, σχεδόν βελούδινη. Κάτι είναι στον αέρα σαν προαίσθημα. Η καθαρότητα των διφορούμενων λέξεων. Μετά σιωπή μεταλλική.  Σ΄ακολουθώ χωρίς δισταγμό. Μην κλαις, μην κλαις… Μια παραλία κι ένας πελαργός στη στέγη του καμπαναριού. Το ξέρεις ότι το Σάββατο θα πεθάνεις; Μη βιάζεσαι, οι μέρες περνούν γρήγορα. You are always on my mind, ακούγεται το τραγούδι ενός ξεχασμένου μεσημεριού. Μην κλαις. Το αλάτι στο δέρμα σου γυαλίζει. Ένα ακόμη καλοκαίρι στη θάλασσα, ίσως το τελευταίο. Δάκρυα από αλάτι και σκουριασμένα Σαββατοκύριακα. Η φωνή σου δεν ακούγεται πλέον καθόλου. Οι ώρες περνάνε, οι μέρες φεύγουν. Το φως εισβάλλει θριαμβευτικά. Έχει ξημερώσει. Ξέρεις τι μέρα είναι;
Σάββατο.
Λίνα Φυτιλή, Τώρα είναι αργά, σελ 188, Eκδόσεις Απόπειρα, 2011 



Σα σκηνή από ταινία...



Το καλοκαίρι χτύπησε την πόρτα μου. Μαζί με τα πρώτα κύματα της ζέστης,εμφανίστηκε η αγαπημένη μου φίλη Ε
Πόσο εύκολο είναι να κάνεις τη ζωή σου άνω- κάτω; είπε.
Άφησε μια βαλίτσα στην πόρτα μου.Εντυπωσιακά εύκολο με σένα κούκλα μου. Μια ζωή ανάμεσα σε αντιθέσεις. Ή κάνω λάθος;
Σκληρό κορίτσι μιας αδέξιας μικρής πόλης. Χωρίς πίστη πια σε ήρωες. Έφτιαξα παγωμένο τσάι για να την ηρεμήσω.
Οι ήρωες μας τελείωσαν, Λίνα. Μόνο ήρωες της καθημερινότητας πλέον. Ήρωες, οι κοινοί άνθρωποι. Οι διπλανοί μας. Την άφησα να...
συνεχίσει. Σ' αυτό τον αιώνα, θα τελείωσουν οι σπουδαίοι, οι πρωθυπουργοί, οι βασιλιάδες, οι φιλόσοφοι, οι ποιητές, οι στρατηγοί. Θα το δεις. Θα ζούμε με τους ήρωες της διπλανής πόρτας. Τους εαυτούς μας. Καλύτερα έτσι. Χωρίς καλές προθέσεις, αυτές είναι που τα καταστρέφουν όλα.
Πάμε μια βόλτα; Έχει ωραία νύχτα. Έξω στο δρόμο, παίζουμε εκείνο το παιχνίδι, που προσπαθούμε να πατήσουμε τις σκιές μας. Γελάμε. Στο μπαράκι τα κοκτέιλ πηγαινοέρχονται. Πες μου, προς τι το κλάμα κι ο σπαραγμός;
Δεν μ΄ αγαπάει, δεν μ΄ αγάπησε ποτέ, τώρα πια το ξέρω. Δες, πονάω σαν να έχω ένα μολυσμένο σπυρί στο στόμα. Άκυρα όλα τα σχέδια. Μια ντροπή και μια λύπη, σωστή λίμνη από δάκρυα γύρω μου. Δεν τη βλέπεις; Κοιτάζω γύρω, βλέπω μερικές παρέες μόνο. Κάποιος μου προσφέρει τον αναπτήρα του, ευχαριστώ, δεν καπνίζω. Γέλια τρανταχτά ακούγονται από τη διπλανή παρέα. Καλά τα παίζεις τα δράματα, της λέω, η Ε. χειροκροτάει και εγώ θέλω να τρέξω μες την άγρια νύχτα γλιτώνοντας τους τίτλους του τέλους. Αντίθετα, στέκομαι εκεί, παρατηρώντας την αδιόρατη μελαγχολία της, μια στάση σώματος που μαρτυράει ότι όλα στη ζωή είναι τελικά θέμα απόφασης. Ενώ οι μουσικές, οι φωνές, τα φώτα χορεύουν γύρω μας κι αποκτούν την κίνηση που χρειάζεται, αύριο είναι μια καινούρια μέρα, λέει αποφασιστικά σαν άλλη Σκάρλετ ο΄ Χάρα. Ας γίνει όλη η ζωή μας άνω- κάτω. Έτσι γράφονται οι ιστορίες. Με φιλάει σταυρωτά αντί για καληνύχτα.
Από δω και πέρα θα ζούμε με μια μόνιμη αγωνία, λέει ενώ την παρατηρώ αμίλητη να χάνεται σαν μαύρη ηρωίδα μες το βαθύ σκοτάδι, έτσι, δραματικά, όπως εμφανίστηκε.








Το σπασμένο… γουρουνάκι


gnomi
Διαβάστε επίσης
Γράφει η Λίνα Φυτιλή
Το θυμόταν το γουρουνάκι που τάιζε με κέρματα, πολύ μικρή ήταν, πάνω στο ετοιμόρροπο τραπέζι. Θυμόταν ακόμη, πως από κείνο το σημείο έβλεπε ως το βάθος του δρόμου τους περαστικούς. »’Όλοι περαστικοί είμαστε» έλεγε κι ο γέρος από το περίπτερο κουνώντας το κεφάλι του, και το γουρουνάκι γρύλιζε ή έτσι της φαινόταν αλλά προφανώς έκανε λάθος. Δεν ήταν παρά ένας κουμπαράς που η αδερφή της είχε ακουμπήσει για να διακοσμήσει την άχαρη γωνιά.
Κι ύστερα μια μέρα,  με την άκρη του χεριού της το πήρε σβάρνα. Το γουρουνάκι έγινε χίλια κομμάτια, βρόμικα δάκρυα έγραψαν  στο πρόσωπό της, από τη γειτονιά κάποιος περνούσε αλλά αυτή δεν τον κοίταξε καν, λυπόταν τόσο που δεν μπορούσε να ταΐσει πια το γουρουνάκι. Κρίμα που θα πέθαινε από την πείνα, γιατί θα έμενε νηστικό, σαν τα παιδάκια του τρίτου κόσμου που έβλεπε στις φωτογραφίες. Το είπε στην αδερφή της, έκανε αυτό το λάθος.
“Μην το ξαναπείς πουθενά αυτό, θα σε περάσουν για χαζή» της σφύριξε εκείνη, »Τα γουρούνια στο πόδι τα σφάζουν και δεν πεθαίνουν από την πείνα, επειδή είναι στρουμπουλά».
Αυτή δεν παρηγορήθηκε. Μάλλον ήξερε ότι τα κατεστραμμένα παιχνίδια δεν μπαίνουν στο συρτάρι. Ήταν για πέταμα και τώρα το γουρουνάκι της είχε γίνει ένας σωρός από άχρηστα κομμάτια μιας εποχής τόσο παλιάς, τόσο απόλυτα κατακερματισμένης. Κι ήταν η πρώτη φορά που αυτή η εποχή δεν της φάνηκε ανθρώπινη μα μια εποχή άγρια και θανατερή, με φρικτή οσμή γουρουνιού.




κείμενα για έναν παραλήπτη


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου