ποιήματα

POETI GRECI CONTEMPORANEI 

ποιήματα μεταφρασμένα στα Ιταλικά από το Massimiliano Dammagio.

Λίνα Φυτιλή Lina Fytili

Poeti Greci Contemporanei
Lina Fytilì

Λίνα Φυτιλή Lina Fytilì

È nata a Làrissa nel 1974. Vive ad Almyrò Magnissìas dove lavora come insegnante di scuola elementare. Nel 1997 pubblica il suo primo racconto, Le notti del gesso incolore. Nel 2011 pubblica il romanzo Ora è tardi. Suoi racconti e poesie sono stati pubblicati su giornali e riviste letterarie e in internet. Collabora con la rivista elettronica Duénde.


Antologia
(Cura e traduzione di Massimiliano Damaggio)


Αχτίδα στον πάγο

Τα πράγματα είναι στη θέση τους 
η άκρη του νιπτήρα,
τα πόδια στο οβάλ τραπέζι,
το λευκό άδειο φλιτζάνι.

Ψυχές δεν τριγυρίζουν
τ ́ όνομά μου,
η ζωή από απόσταση γυρίζει.


Στον κήπο 
χιόνι απάτητο.
Μια αχτίδα έχει φυτρώσει στον πάγο.

Αν ήμουν κάποια άλλη
θ ́άλλαζα τα παππούτσια μου,
το σπασμένο χερούλι του απογεύματος,
τις σακούλες κάτω από τα μάτια της πόλης. 

Αν ήμουν κάποια άλλη
θ ́ ακολουθούσα το δρόμο 
μέσα στο ποίημα 
της σελίδας 125
αργά τη νύχτα.


Μα όποια κι αν είμαι 
∆εν με πιστεύουν πια


Raggio sul ghiaccio

Le cose al loro posto
il bordo del lavabo,
le gambe del tavolo ovale, la vuota tazza bianca. 

Anime non circondano
il mio nome,
la vita ritorna dalla distanza.

In giardino
neve intatta.
Un raggio è sbocciato nel ghiaccio.

Se fossi qualcun'altra
cambierei
le scarpe,
la maniglia rotta del pomeriggio,
i sacchetti sotto gli occhi della città. 

Se fossi qualcun'altra
seguirei la strada dentro 
la poesia a pagina 125
Tardi la notte.

Ma chiunque io sia 
Non mi credono più.


∆ώρο σε τυφλό καθρέφτη

Όταν παρασιτώ 
σε νοήματα άστοχα,
είναι επειδή αγαπώ
των αργιών τα πτώματα,

τα ψάρια έξω από το νερό, 
τις πικρές σοκολάτες.

Όταν με τη σειρά σου 
μάθεις να είσαι
με τα πράγματα
κι όχι με τις λέξεις, τότε

ένας ωκεανός
σε μικρογραφία
πίσω σου
θα παίζει αμφιταλαντευόμενος
τη σκηνή
όπου οδύνη κι ηδονή
απέχουν στον τυφλό καθρέφτη σου 

Ενός λεπτού σιγή.


Dono a specchio cieco

Quando parassito sui sensi senza scopo,
è perché amo
i cadaveri del giorno di festa, i pesci fuori dell'acqua,

le cioccolate amare.
Quando a tua volta impari a stare
con le cose
e non con le parole, allora

un oceano
in miniatura
dietro te
reciterà indeciso
la scena
dove dolore e piacere
rifuggono dal tuo specchio cieco 

Un minuto di silenzio.


Οι σωστές α̟ποφάσεις π ̟αίρνονται το καλοκαίρι

Ο φόβος έφταιγε,
οι φίλοι που ομοιοκαταληκτούσαν 

με τους μεταστάντες,
τα μάτια της γάτας στο σκοτάδι

από τότε

έκλαιγα με τον τρόπο των φυτών, 
αθέατα σταγονίδια
στις μασχάλες των φύλλων,


γελούσα ζώντας την επαρχία μου 
σε άλλη πόλη,

ανοιγόκλεινα 
το τέταρτο του αιώνα
σε σχήμα αχιβάδας,


μιλούσα για το ανυπόμονο μέλλον 
και τη μαύρη τρύπα

λίγα μέτρα κάτω απ ́ τα πόδια μου


Le decisioni giuste si prendono d'estate

La paura bastava,
i miei amici rimavano
con gli immigrati,
gli occhi della gatta al buio

da allora
piansi alla maniera delle piante, goccioline invisibili
sui cuscini delle foglie,

risi vivendo la mia provincia in altra città,
aprii e chiusi il quarto di secolo
in forma di vongola,

parlai con il futuro impaziente e il buco nero
pochi metri sotto i miei piedi


Ετοιμότητα

Στο γραφείο απωλεσθέντων αντικειμένων 
σε βρήκαν
να χαιδεύεις μια Μερόπη
που εκτελούσε

χρέη ασθενοφόρου.

Για να περάσεις στο επόμενο στάδιο,


ιπτάμενος καβαλάρης 
με το μηχανάκι

απόγευμα
να φύγεις
τη σωστή ώρα,
χωρίς παρέα
τη μάνα που σε γέννησε.


Σου λείπει
το ξέρω αλλά
μέχρι να βρεθείς 

εγκαίρως
μόνος
στον Ισθμό της Κορίνθου 

Ποιος ζει ποιος πεθαίνει


Preparazione

All'ufficio oggetti smarriti ti trovarono
che carezzavi una Merope che faceva

le veci di ambulanza.
Per passare allo stadio successivo,

un cavaliere volante con il motorino
il pomeriggio
vattene
al momento giusto,
senza compagnia
la madre che t'ha partorito.

Ti manca
lo so però
fino a trovarti
per tempo
solo
all'istmo di Corinto 

Chi vive chi muore


Ροζ ασβέστης

Τις μέρες που
ένα γκρίζο πουλί
στέκεται δίπλα στα φύκια
με το ράμφος τεντωμένο,
κάνεις νοερούς κύκλους δερβίση 

γύρω από το ίδιο σημείο.

Ένα ζεστό κι υγρό απόγευμα 
σε φως ξέπνοο
η μνήμη,
ένα ανοίκειο σώμα

σε άγνωστη χιλιετία 
ρίχνει πασιέντζες
πάνω στο χάρτινο κιβώτιο 

του πατρικού σου σπιτιού.

Rosa calce

I giorni in cui
un uccello grigio
sta accanto al fico
a becco teso,
fa giri mentali da derviscio

 intorno allo stesso luogo.

Un pomeriggio caldo e umido 
la luce senza fiato
la memoria,
un corpo non conforme

in un millennio sconosciuto fa il solitario
sull'arca di carta
della casa paterna.



Μυθική μέρα

Σε βλέπω στον ύπνο μου
είσαι δεκάξι

με την παλιά φωνή,
το γέλιο σου το φωταγωγημένο


και λέω
μήπως ξεχάσω τη χρονιά του ́90 

που έμπασε τη θάλασσα στο σπίτι –

Θηρίο της αποκάλυψης –

αν έγραφα το ποίημα απόψε,
θα είχες
κάτι από την αύρα των ψυγείων


στα μαλλιά σου


Giorno mitologico

Ti vedo in sogno
hai sedici anni

con la voce antica,
la tua risata illuminata

e dico

forse scordo l'anno del '90
il mare penetrato dentro casa –


Bestia dell'apocalisse –
se scrivessi una poesia stasera,
avresti

qualcosa della brezza dei frigoriferi

fra i tuoi capelli


Αίθουσες

Τα πρωινά
όταν μεταμορφώνεσαι σε ξυπνητήρι 

όταν γίνεσαι αναλώσιμο γραφείου, 
συρραπτικό
Ή φθαρμένο ντοσιέ,
τιμολόγιο σε κάποιο γκισέ
Νιώθεις το μηδέν ολοστρόγγυλο 

να γλιστράει μέσα στα δάχτυλά σου

Ένα χρυσόψαρο λάμπει
στο στομάχι σου
Το πελώριο παγόβουνο 

που πλέει προς το Βορρά
αλλά δε λιώνει,
δε λιώνει
η αναπνοή σου,
από την ανυπομονησία 

σε μια στριφογυριστή σκάλα.

Ο ελεύθερος χρόνος
αστείο για ανιστόρητους, σκέφτεσαι 

βγαίνοντας βιαστικά έξω
ενώ το φεγγάρι τρυπάει την κοιλιά του, 

πιάνει κουβέντα με την τρελή γιαγιά σου 
που περνάει τον καιρό της
σε κάποιο ίδρυμα
βλέποντας νοικιασμένες ταινίες.



Sale

Di mattina
quando ti tramuti in sveglia
quando diventi consumabile da ufficio, 

cucitrice
O faldone logorato,
fattura di qualche sportello
Senti lo zero a tuttotondo
scivolarti fra le dita

Un pesce d'oro luccica
nello stomaco
l'enorme iceberg che galleggia verso il nord

ma non si scioglie,
non si scioglie
il tuo respiro,
incespicando per l'impazienza in una scala a chiocciola.

Il tempo libero
scherzo per chi non sa la storia, pensi uscendo in fretta da lì
mentre la luna ti buca il ventre, chiacchiera con tua nonna la matta che passa il tempo
in qualche istituto
a guardare film a noleggio



Χώμα και νερό

Το δέμα
μην ξεχάσεις μόνο,
είπε φεύγοντας.


Ας μη μπλέκονται
οι πεθαμένοι με τους ίσκιους 

ή με τους ζωντανούς.

Μπες στην πόλη,
στο ποτάμι της κίνησης, 

όποιος δεν κυλάει γρήγορα 
στεγνώνει στις όχθες του.
Επιστρέφω τώρα
στα γυαλιστερά νερά.


Τα οστά διπλωμένα στη μέση 

θα ταχυδρομηθούν 
αύριο στο χώμα.


Terra e acqua

Il pacco
solo non scordare, disse andandosene. 

Che i morti
non si confondano con le ombre 

o con i vivi.

Entra in città,
nel fiume del traffico,
chi non si muove in fretta 

si secca sulle sponde.
Ritorno adesso
alle acque lucide.


Le ossa ripiegate a metà 

saranno spedite domani 
alla terra.

Στη γωνία

Περιμένουν απόλυτα σιωπηλοί
Μη τυχόν και πεταχτεί από το ράφι 

Μια μεγαλόσωμη προιστορική γυναίκα 
Ή γλιστρήσει από το κάδρο ένας γέρος, 
Κάποιος πεινασμένος σκύλος
Κι ενωθούν άθελά τους στο σκοτάδι
Με τον διογκωμένο αρμό του τοίχου.

All'angolo

Aspettano del tutto silenziosi
Che per caso non voli dalla mensola 

Una grossa donna preistorica
O scivoli dal quadro un vecchio, 

Qualche cane assetato
Si uniscano nel buio involontariamente 

Con la giuntura rigonfia del muro.


Νήσος

Όταν στο μισοσκόταδο
τη βαλίτσα σου ετοιμάζεις
για κάποιο μακρινό νησί
δεν μιλάς
για τη Χαβάη, τα Κανάρια νησιά,
τις Εβρίδες,
τη Σαντορίνη,
προορισμούς που όλοι θέλουνε να πάνε. 

∆εν λες λέξη
για το Τριστάν ντα Κούνια,
τα Φερόες,
τη νήσο των Χριστουγέννων.
Μόνο για τη νήσο της Θλίψης
μιλάς,
με τα μάτια καρφωμένα 

στο πάτωμα και 
το άδειο δωμάτιο
που της μοιάζει
ο εύθραυστος γυάλινος κόσμος.


Isola

Quando nella penombra prepari la valigia
per qualche isola lontana non parli

delle Hawai, delle Canarie,
le Ebridi,
Santorini,
mete che tutti vogliono toccare. 

Non dici nulla
delle Tristan da Cunha, delle Far Oer,
dell'isola di Pasqua. Solo dell'isola della Pena parli,

gli occhi inchiodati al pavimento e la stanza vuota
a cui somiglia
il mondo delicato di vetro.


page25image496
Poeti Greci Contemporanei (VIII) – Dicembre 2013
25






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου